27.7.05

Κύκνειο άσμα

Το μαντείο των Δελφών έπαιξε ίσως τον μεγαλύτερο «κατευθυντικό» ρόλο στην ιστορία και τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας. Η ιστορία και οι αποφάσεις όλων των πόλεων κρατών είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τους χρησμούς της Πυθίας. Κατά την ελληνορωμαϊκή περίοδο, οι Ελληνικές όμως δυνάμεις φθεί­ρονται και κυριαρχούν στην Ελλάδα οι Ρωμαίοι. Το μαντείο των Δελφών, παρότι σε λειτουργία, σιγά σιγά καταστρέφεται. Ο Σύλλας κατά το 86 π. Χ. απαίτησε από τους αμφικτίονες τα πολύτιμα αναθήματα του μαντείου, για να φέρει σε πέρας την πολιορκία των Αθηνών. Το 83 π.Χ. το θρακικό έθνος των Μαίδων επέδραμε και λεηλάτησε το Ιερόν και έβαλε φωτιά και στο ναό.

Αναλαμπή έφερε ο ανταγωνισμός κατά της εξαπλούμενης θρησκείας του Χριστού, γεγονός που ωφέλησε τους Δελφούς. Η νέα θρησκεία, πολύ έξυπνα, ενστερνίστηκε το φιλοσοφικό περιεχόμενο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, γεγονός που επέτρεψε την ταχεία εξάπλωσή της στην τότε «οικουμένη», η οποία είχε ήδη αποδεχθεί την ελληνική φιλοσοφία. Για τον λόγο αυτό έγινε ιδιαιτέρως εύκολα αποδεκτή από τους Έλληνες, οι οποίοι είχαν αρχίσει να «κουράζονται» από το 12άθεο, υιοθετώντας τον «Μοναδικό και Άγνωστο θεό». Οι καταστροφές που επέφεραν όμως οι χριστιανοί στα ελληνικά μνημεία, «συσπείρωσαν» τους Έλληνες, αλλά και τους Ρωμαίους, σε μια προσπάθεια αναβίωσης του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, με κύριο μοχλό την ισχυροποίηση του δελφικού μαντείου.

Η μεγαλύτερη προσπάθεια αναβίωσης έγινε την περίοδο των Τραϊανού, Αδριανού και των Αντωνίνων. Τελευταίος «ευεργέτης» του ήταν ο σοφιστής Ηρώδης ο Αττικός. Παρόλ’ αυτά, ο Χριστιανισμός θριάμβευσε, ενώ το παμπάλαιο σεβάσμιο ιερό που αποτελούσε την βάση της αρχαίας θρησκείας, εξέπιπτε διαρκώς. Ο Κωνσταντίνος μετέφερε από τους Δελφούς πλήθος καλλιτεχνημάτων, συμπεριλαμβανομένου και του αναθήματος των Πλαταιών, δια να κοσμήσει την νέα Ρώμη. Ο Θεοδόσιος τέλος, το 394 μ. Χ., απαγόρευσε ρητά τους αγώνες και στραγγάλισε την αρχαία λατρεία.

Η παράδοση αναφέρει ότι ο τελευταίος απελπισμένος χρησμός της ταπεινωμένης Πυθίας δόθηκε προς τον Ορειβάσιο, τον απεσταλμένο του Ιουλιανού του Αποστάτη:

«Είπατε τω βασιλήι, χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά,
ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν, ού μάντιδα δάφνην,
ού παγάν λαλέουσαν, απέσβετο καί λάλον ύδωρ»

«Πείτε του βασιλιά, πως έπεσε κατάχαμα ο μαγικός αυλός,
κι ούτε ο Φοίβος Απόλλων μένει πια εδώ, ούτε φυτρώνει η δάφνη που προμαντεύει,
ούτε κυλάει το γάργαρο νερό απ’ την πηγή. Και το νερό που στέρεψε, δεν τραγουδάει πια»

Δεν είναι ιστορικά αποδεδειγμένο το κατά πόσο ο χρησμός αυτός είναι αληθινός. Εκφράζει όμως, με τον μελαγχολικό τόνο του, την εσχάτη κατάπτωση του περίφημου μαντείου, το οποίο επί δύο σχεδόν χιλιετηρίδες έδρασε ένδοξα και έπαιξε ύψιστο ρόλο, επηρεάζοντας πολλαπλά την αρχαία ζωή και τον πολιτισμό.

Αποτελεί ουσιαστικά το κύκνειο άσμα του αχραιοελληνικού πολιτισμού.